“Η Θεωρία της Προσκόλλησης και τα είδη του δεσμού που μπορεί να αναπτύξει ο γονέας με το παιδί του”

ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΑΣ: Συμβουλές προς γονείς παιδιών με Καθυστέρηση Λόγου και Ομιλίας
29 Μαΐου, 2020
Δυσπραξία και Εργοθεραπεία
1 Ιουλίου, 2020

“Η Θεωρία της Προσκόλλησης και τα είδη του δεσμού που μπορεί να αναπτύξει ο γονέας με το παιδί του”

Θεωρία της προσκόλλησης και είδη δεσμού

Σύμφωνα με τον Bowlby (1969) o δεσμός προσκόλλησης αποτελεί ένα διαρκές μοτίβο συναισθηματικού δεσμού, τον οποίο σχηματίζει το παιδί με το σημαντικό άλλο που έχει αναλάβει την πρωταρχική φροντίδα του, και ο οποίος χρησιμεύει ως ασφαλή βάση για την εξερεύνηση του εξωτερικού κόσμου (Ainsworth, 1969). Μια βασική αρχή της θεωρίας της προσκόλλησης είναι ότι η εξάρτηση οδηγεί στην ανεξαρτησία. Με άλλα λόγια, μόνο όταν ένα παιδί αισθανθεί ασφαλές ως προς τη διαθεσιμότητα του γονέα, μπορεί να διερευνήσει πλήρως το περιβάλλον και να παίξει μόνο του. Η ποιότητα των πρώιμων σχέσεων με τους φροντιστές έχει μακροπρόθεσμες επιδράσεις στην προσαρμογή και την ψυχική υγεία του παιδιού, καθώς οι σχέσεις του παιδιού με τις γονεικές φιγούρες σχηματίζουν τα εσωτερικά μοντέλα εργασίας του παιδιού αναφορικά με την αυτοεικόνα και τις κοινωνικές επαφές.

Τα χαρακτηριστικά του δεσμού είναι τέσσερα:
Διατήρηση εγγύτητας: Επιθυμία του παιδιού να βρίσκεται κοντά στον φροντιστή του.
Ασφαλές λιμάνι: Το παιδί μπορεί να επιστρέψει στο γονέα για ασφάλεια και φροντίδα όταν κινδυνεύει ή φοβάται.
Ασφαλής βάση: Ο γονέας λειτουργεί ως βάση, από την οποία το παιδί μπορεί να εξερευνήσει τον κόσμο.
Άγχος αποχωρισμού: Όταν ο πρωταρχικός φροντιστής λείπει, προκαλείται άγχος.
Υπάρχουν 3 διαφορετικά είδη προσκόλλησης: ο ασφαλής, ανασφαλής (αμφιθυμικός ή
αποφευκτικός) και αποδιοργανωμένος τύπος, που σχηματίζονται ανάλογα με τη συμπεριφοράκαι την διαθεσιμότητα των γονέων.


Ο ανασφαλής-αμφιθυμικός δεσμός αποτελεί απάντηση στην απρόβλεπτη απόκριση φροντίδας, ενώ οι αντιδράσεις θυμού και αβοηθησίας προς τον φροντιστή, θεωρούνται στρατηγική για τη διατήρηση της διαθεσιμότητας του φροντιστή, παίρνοντας προληπτικά τον έλεγχο της αλληλεπίδρασης. Ο γονέας συχνά έχει την ίδια αμφιθυμική συμπεριφορά προς το παιδί, διακρίνεται από αστάθεια, τόσο ως προς τις αντιδράσεις του, όσο και προς την ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού. Αγνοεί συστηματικά τα σημάδια που του δείχνει το παιδί και είναι γενικότερα απρόβλεπτος ως προς τις αντιδράσεις του. 
Ο ανασφαλής-αποφευκτικός δεσμός έχει δύο λειτουργίες. Πρώτον, μέσω της αποφυγής επιτρέπεται στο βρέφος να διατηρεί μια υπό όρους εγγύτητα: αρκετά κοντά για να διατηρεί την προστασία και ταυτόχρονα αρκετά μακριά για να αποφύγει μια εκ νέου απόρριψη.
Δεύτερον, βοηθά στην ανακατεύθυνση της προσοχής από την ανεκπλήρωτη επιθυμία για εγγύτητα, σε μια κατάσταση όπου το παιδί κατακλύζεται συναισθηματικά, χάνει τον έλεγχο και αδυνατεί να επιτύχει ακόμα και την υπό όρους εγγύτητα. Ο ανασφαλής απορριπτικός δεσμός προσκόλλησης δημιουργείται όταν οι ανάγκες του βρέφους δεν ικανοποιούνται και το
βρέφος έχει φτάσει στο συμπέρασμα ότι η επικοινωνία των συναισθηματικών αναγκών του είναι ανούσια. Συχνά ο γονέας αντιδρά με φωνές και τιμωρίες και απορρίπτει τα συναισθήματα του παιδιού.
Ο αποδιοργανωμένος δεσμός περιλαμβάνει συμπεριφορές ταυτόχρονης προσέγγισης, αποφυγής και παγώματος και θεωρείται ως πιο ακραία μορφή των αμφιθυμικών και αποφευκτικών στρατηγικών. Επιπρόσθετα έχει ως σκοπό τη διατήρηση της προστατευτικής διαθεσιμότητας του φροντιστή. Σοβαρές απώλειες, τραύμα ή ανεπίλυτο πένθος της μητέρας συσχετίζεται με αποδιοργανωμένο τύπο προσκόλλησης στο βρέφος τους.
Στον ασφαλή δεσμό προσκόλλησης, ο οποίος θεωρείται και ο πιο λειτουργικός εκ των τριών, το παιδί νοιώθει ικανό να εξερευνήσει τον κόσμο, έχοντας τον φροντιστή ως ασφαλή βάση και γνωρίζοντας πως εκείνος θα τον υποστηρίξει σε στιγμές στρες. Ένα παιδί αποκτά ασφαλή
δεσμό προσκόλλησης, όταν ο σημαντικός άλλος είναι φροντιστικός και περιποιητικός και όταν είναι μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του με συνεπή και ικανοποιητικό τρόπο.
Κατά την θεωρία της προσκόλλησης, ο τύπος δεσμού μπορεί να επηρεάσει πώς βλέπει το άτομο τον εαυτό του ως άξιο να αγαπηθεί ή όχι. Κατ’επέκταση, μπορεί να επηρεάσει την γενικότερη αυτό-αντίληψη και την κοινωνική του ανάπτυξη. Μια πληθώρα ερευνών (Roberts et al., 1996, Brennan & Morris, 1997, Park et al., 2004) κατέδειξε ότι ανασφαλής δεσμός προσκόλλησης συνδέεται με χαμηλή αυτοεκτίμηση, υποστηρίζοντας το εγχείρημα ότι ένα ανασφαλές παιδί αισθάνεται ανίκανο και ανάξιο. Παράλληλα με την χαμηλή αυτοεκτίμηση, παιδιά με ανασφαλή δεσμό φαίνεται να έχουν ανακριβή αντίληψη εαυτού συγκρίνοντας τις πεποιθήσεις τους με εκείνες τρίτων (Dozier & Lee, 1995, Berger, 2001).
Παιδιά με ασφαλή δεσμό προσκόλλησης έχουν υψηλή αυτοεκτίμηση εξαιτίας των πρώιμων εμπειριών κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Παραδείγματος χάριν, σε ασφαλή τύπο προσκόλλησης, οι φροντιστές δίνουν σταθερή ανατροφοδότηση στο παιδί με κατάλληλο τρόπο και στο κατάλληλο χρόνο, με αποτέλεσμα το παιδί να αναπτύσσει συναισθήματα ασφάλειας, εμπιστοσύνης και υγιούς εξάρτησης από την πρωταρχική φιγούρα. Αντίθετα, παιδιά με ανασφαλή δεσμό λαμβάνουν λίγη ή -στην καλύτερη ασταθή ανατροφοδότηση, με αποτέλεσμα να αναπτύσσουν μια αντίληψη για τον κόσμο ως απρόβλεπτο και αναξιόπιστο, ενώ παράλληλα θεωρούν τον εαυτό ως ανάξιο αγάπης (Wu, 2009).

Γονεικές συμπεριφορές που συνήθως συνδέονται με ασφαλή τύπο προσκόλλησης είναι οι εξής:
o Ενσυναίσθητη φροντίδα
o Συνεπής ικανοποίηση των αναγκών
o Ζεστή και θετική αλληλεπίδραση
o Ξεκάθαρες και αναπτυξιακά κατάλληλες προσδοκίες
o Συνεπής και θετική ανατροφοδότηση
o Αποδοχή του παιδιού και των ιδιαίτερων γνωρισμάτων του
o Ελευθερία έκφρασης των συναισθημάτων του
o Συνείδηση των συνεπειών της συμπεριφοράς του γονέα στο παιδί

Αντίθετα, γονεικές πρακτικές που συνδέονται με ανασφαλή τύπο δεσμό, είναι οι εξής:
o Κακομεταχείριση ή κακοποίηση
o Απόκτηση προσοχής μόνο μέσω της εκδραμάτισης και της άσχημης συμπεριφοράς
o Η κάλυψη αναγκών είναι ασυνήθιστη και ασυνεπής
o Διαχωρισμός από τους γονείς

Αναστασία Κομιανίδη,

Ψυχολόγος

Βιβλιογραφία

Ainsworth, M. D. S., & Wittig, B. A. (1969). Attachment and exploratory behaviour of one-year-olds in a strange situation. In B. M. Foss(Ed.), Determinants of infant behaviour (Vol.4,pp. 111-136). London: Methuen.

Berger L. (2001). The relationship between accuracy of self perception and attachment organization in adolescence. Unpublished undergraduate thesis, University of Virginia,Charlottesville.

Bowlby, J. (1969). Attachment and loss, Vol. I: Attachment. New York: Basic Books.

Brennan, K. A., & Morris, K. A. (1997). Attachment styles, self-esteem, and patterns of seeking feedback from romantic partners. Personality and Social Psychology Bulletin, 23, 23–31.

Dozier M. L., Lee S. W. (1995). Discrepancies between self- and other –report of psychiatric symptomatology: Effects of dismissing attachment strategies. Development and psychopathology, 7, 217-226.

Park, L. E., Crocker, J., & Mickelson, K. D. (2004). Attachment styles and contingencies of self-worth. Personality and Social Psychology Bulletin, 30, 1243–1254.

Roberts, J. E., Gotlib, I. H., & Kassel, J. D. (1996). Adult attachment security and symptoms of depression: The mediating roles of dysfunctional attitudes and low self-esteem. Journal of Personality and Social Psychology, 70, 310–320.

Wu Chia-huei (2009). The relationship between attachment style and self-concept clarity: The mediation effect on self-esteem. Personality and individual differences. 47, 42-46.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *